ὕψιστος


ὕψιστος
ὕψιστος, η, ον наивысший, высочайший

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "ὕψιστος" в других словарях:

  • Ὕψιστος — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὕψιστος — highest masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ύψιστος — η, ο / ὕψιστος, ίστη, ον, ΝΜΑ 1. πάρα πολύ ψηλός, υψηλότατος 2. (για τόπο) αυτός που βρίσκεται σε πολύ μεγάλο ύψος («πρὶν ἂν πρὸς αὐτὸν Καύκασον μόλης, ὀρων ὕψιστον», Αισχύλ.) 3. ανώτερος όλων, υπέρτατος 4. πάρα πολύ σημαντικός, μέγιστος (α.… …   Dictionary of Greek

  • ύψιστος — η, ο υπερθ. του υψηλός (βλ. λ.) 1. ο πάρα πολύ υψηλός, ο υψηλότατος, ο πανύψηλος. 2. μτφ., μέγιστος, σπουδαιότατος, σημαντικότατος, σοβαρότατος: Tα ύψιστα συμφέροντα του κράτους. 3. μτφ., τεράστιος, κολοσσιαίος: Οι πυραμίδες της Αιγύπτου είναι… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ύψιστος — [ипсистос] εκ. высочайший, самый высокий …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • ὑψίστων — ὕψιστος highest fem gen pl ὕψιστος highest masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὕψιστον — ὕψιστος highest masc acc sg ὕψιστος highest neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • επίσκοπος — Ύψιστος βαθμός ιεροσύνης. Αρχικά, ο όρος σήμαινε επιθεωρητής, εποπτεύων, που οι Εβδομήκοντα χρησιμοποίησαν στην ελληνική μετάφραση της Παλαιάς Διαθήκης με τη σημασία του κυβερνήτη και του άρχοντα· με την έννοια του ηγέτη μιας χριστιανικής… …   Dictionary of Greek

  • ὑψίσταις — ὕψιστος highest fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑψίστη — ὕψιστος highest fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑψίστην — ὕψιστος highest fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)